Μνημεία της Θεσσαλονίκης - Μια εργασία του Ε1 Λαγυνών
Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016
Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016
αψίδα του Γαλεριου
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της Θεσσαλονίκης είναι ηΘριαμβική Αψίδα του Γαλερίου, γνωστή και ως Καμάρα, που βρίσκεται στην πάνω πλευρά της οδού Εγνατίας και σε μικρή απόσταση από την Ροτόντα. Αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά σημεία συνάντησης των κατοίκων και επισκεπτών της πόλης.
Η Καμάρα είναι κτίσμα της εποχής της Ρωμαϊκής «Τετραρχίας» (αρχές 4ου μ.Χ. αιώνα) και αποτελεί το ένα σκέλος (δυτικό) μίας στεγασμένης στοάς, που σχηματιζόταν από αψίδες και τόξα. Κατασκευάστηκε για να τιμηθεί ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Γαλέριος, όταν αυτός επέστρεψε νικητής στην πόλη (περί το 306 μ.Χ.) μετά από πολέμους του κατά τωνΠερσών. Η θριαμβική αυτή αψίδα ήταν τοποθετημένη κάθετα στην αρχαία Εγνατία, που διέσχιζε την πόλη (δυτικά προς ανατολικά) και αποτελούσε μέρος του λεγόμενου Γαλεριανού συγκροτήματος (Ρωμαϊκά Ανάκτορα), που αναπτύσσονταν κύρια νοτιοδυτικότερα, στις σημερινές πλατείες Ναυαρίνου και Ιπποδρομίου.
ΡΟΤΟΝΤΑ
Στα τέλη του 4ου αιώνα, την εποχή του Θεοδόσιου Α' και αφότου στηΘεσσαλονίκη είχε επικρατήσει ο Χριστιανισμός, Η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό των Ασωμάτων Δυνάμεων ή Αρχαγγέλων και τότε έγιναν στο μνημείο ορισμένες μετασκευές, που ήταν αναγκαίες για τη νέα λατρεία. Έτσι έγινε διάνοιξη της ανατολικής κόγχης και προσθήκη του ιερού, ενώ ανοίχτηκε και η αντίστοιχη δυτική κόγχη και δημιουργήθηκε νέα είσοδος. Ακόμη, σε απόσταση οκτώ μέτρων από τον τοίχο κατασκευάστηκε εξωτερικά ένας άλλος χαμηλότερος κυκλικός τοίχος που δεν υφίσταται σήμερα. Ο χώρος ανάμεσα στους δύο τοίχους στεγάστηκε και, με τη διάνοιξη των υπολοίπων κογχών, δημιουργήθηκε ένα περιμετρικό εξωτερικό κλίτος. Τέλος κατασκευάστηκαν τα περίφημαψηφιδωτά του μνημείου, που κοσμούν καμάρες κογχών, τοξοτά ανοίγματα φεγγιτών και το μεγάλο θόλο. Νομίζεται ότι ο αρχικός του σκοπός ήταν για να χρησιμεύσει ως βαπτιστήριο των Χριστιανών στην Θεσσαλονίκη.
Στα τέλη του 4ου αιώνα, την εποχή του Θεοδόσιου Α' και αφότου στηΘεσσαλονίκη είχε επικρατήσει ο Χριστιανισμός, Η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό των Ασωμάτων Δυνάμεων ή Αρχαγγέλων και τότε έγιναν στο μνημείο ορισμένες μετασκευές, που ήταν αναγκαίες για τη νέα λατρεία. Έτσι έγινε διάνοιξη της ανατολικής κόγχης και προσθήκη του ιερού, ενώ ανοίχτηκε και η αντίστοιχη δυτική κόγχη και δημιουργήθηκε νέα είσοδος. Ακόμη, σε απόσταση οκτώ μέτρων από τον τοίχο κατασκευάστηκε εξωτερικά ένας άλλος χαμηλότερος κυκλικός τοίχος που δεν υφίσταται σήμερα. Ο χώρος ανάμεσα στους δύο τοίχους στεγάστηκε και, με τη διάνοιξη των υπολοίπων κογχών, δημιουργήθηκε ένα περιμετρικό εξωτερικό κλίτος. Τέλος κατασκευάστηκαν τα περίφημαψηφιδωτά του μνημείου, που κοσμούν καμάρες κογχών, τοξοτά ανοίγματα φεγγιτών και το μεγάλο θόλο. Νομίζεται ότι ο αρχικός του σκοπός ήταν για να χρησιμεύσει ως βαπτιστήριο των Χριστιανών στην Θεσσαλονίκη.
Οι αγιογραφίες είναι από τις αρχές του 5ου αιώνα, διότι οι εικονιζόμενοι άγιοι μαρτύρησαν όλοι μέχρι της εποχής του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού. Οι αγιογραφίες διασώζονται σήμερα μόνο κάτω από τον θόλο, ενώ οι υπόλοιπες καταστράφηκαν όταν ο ναός μεταβλήθηκε από τους Τούρκους σε μωαμεθανικό τέμενος από τον ΣεΐχηΣουλεϊμάν Χορτατζή Εφέντη το 1590. Τότε έγινε και η προσθήκη του μιναρέ. Τα ψηφιδωτά που σώζονται στις καμάρες και στα τόξα των φεγγιτών έχουν καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα. Εικονίζονται μέσα σε χρυσό φόντο γεωμετρικά σχήματα σε μεγάλη ποικιλία καθώς και θέματα από το φυσικό κόσμο, όπως καρποί, ζώα, πουλιά, κάνιστρα και άνθη με μια φυσιοκρατική διάθεση και ζωηρά χρώματα. Στο θόλο, στην κορυφή της μεγάλης ψηφιδωτής σύνθεσης εικονιζόταν όρθιος σταυροφόρος Χριστόςγεγονός που μας αποκαλύπτεται από το διασωθέν περίγραμμα από κάρβουνο που απέμεινε πάνω στο κονίαμα. Ο Χριστός εικονιζόταν μέσα σε πολύχρωμη "δόξα", τμήματα της οποία διασώζονται σήμερα, που την υποβάσταζαν τέσσερις άγγελοι. Κατά τον πρόσφατο καθαρισμό των ψηφιδωτών του μνημείου ήρθαν στο φως τα κεφάλια και τα φτερά των αγγέλων. Πιο κάτω υπάρχει μία ζώνη των ψηφιδωτών που έχει καταστραφεί. Χαμηλότερα η τρίτη ζώνη ψηφιδωτών είναι καλύτερα διατηρημένη. Είναι χωρισμένη σε οκτώ τμήματα, σε καθένα από τα οποία παριστάνεται ένα φανταστικό διώροφο πολυτελές και ανάλαφρο οικοδόμημα με πλήθος διακοσμητικών στοιχείων. Μπροστά από αυτά τα φανταστικά αυτά οικοδομήματα παριστάνονται, δύο ή τρεις άγιοι όλοι σε στάση δέησης. Οι επιγραφές που τους συνοδεύουν δηλώνουν το όνομα, την ιδιότητά τους και το μήνα που γιορτάζουν. Τα πρόσωπά τος, διατηρούν την ελληνιστική παράδοση και αποτελούν έξοχα δείγματα της πρώιμης χριστιανικής προσωπογραφίας. Στην κόγχη του ιερού υπάρχει τοιχογραφημένη η Ανάληψη, που έχει υποστεί φθορές.
Από την Αψίδα του Γαλερίου μία "πομπική οδός" οδηγούσε προς το ΒΑ στη Ροτόντα, το κορυφαίο κτίριο του Γαλεριανού Συγκροτήματος, στο επιβλητικό, πλινθόκτιστο, κυκλικό στην κάτοψή του οικοδόμημα. Η διάμετρος του κτηρίου είναι 24,50 μέτρα και το ύψος περίπου 30 μέτρα. Εσωτερικά στο πάχος των τοίχων, που είναι 6,30 μέτρα, ανοίγονται οκτώ καμαροσκέπαστες κόγχες. Πάνω από αυτές υπάρχουν μεγάλα παράθυρα με τοξωτές απολήξεις και πιο πάνω, στα ενδιάμεσα, μια ακόμη σειρά από μικρότερα παράθυρα. Το οικοδόμημα είναι καλυμμένο με μεγάλο ημισφαιρικό τρούλο, στην κορυφή του οποίου υπήρχε οπαίο, για να διαχέεται στο εσωτερικό το φως της ημέρας. Τον τρούλο κρύβει εξωτερικά ο υπερυψωμένος περιμετρικός τοίχος, που κλείνει επάνω με ξύλινη κεραμοσκεπή. Η είσοδος του μνημείου, στην αρχική κατασκευή, ήταν από τα ΝΔ, όπου υπάρχει ένα πρόπυλο και όπου κατέληγε η "πομπική οδός"
Βυζαντινές εκκλησίες
Βυζαντινές εκκλησίες
Ο ναός
του Αγίου Δημητρίου είναι ένας ναός στην Θεσσαλονίκης,
αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο τον πολιούχο της πόλης. Έχει ιδιαίτερα και
σπάνια χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλους ναούς της ίδιας περιόδου στην Ελλάδα ,
με πλούσιο ζωγραφιστό και μαρμάρινο διάκοσμο με περίτεχνα και κιονόκρανα. Στο
υπόγειο του ναού βρίσκεται ο χώρος μαρτυρίου του Αγίου. Ξεχωρίζει από τα
ψηφιδωτά του, που απεικονίζει τον Άγιο με δυο μικρά παιδιά και ένα άλλο που
απεικονίζει τον Άγιο ανάμεσα στον Επίσκοπο και στον Έπαρχο , οι οποίοι ανακαίνισαν τον ναό του 7ου αιώνα
Τα Βυζαντινά τείχη της Θεσσαλονίκης έχουν σήμερα μήκος περίπου 4 χιλιομέτρων, αλλά η αρχική περίμετρος που κάλυπταν ήταν περί τα 8 χιλιόμετρα και το ύψος τους ήταν 10-12 μέτρα [1]. Το τείχος για πολλούς αιώνες περιέβαλλε την πόλη, περιλαμβάνοντας στη νοτιοδυτική πλευρά προς το Θερμαϊκό κόλπο παραθαλάσσια τείχη, τα οποία όμως σήμερα δεν υπάρχουν. Στη βορειοανατολική πλευρά ανεβαίνει προς τα υψώματα, περιλαμβάνοντας ακρόπολη, μέσα στην οποία βρίσκεται και το αμυντικό σύμπλεγμα του Επταπυργίου.
Στο δυτικό και ανατολικό τείχος υπάρχουν τριγωνικοί πρόβολοι, ενώ στα πιο ψηλά σημεία και ιδίως στο τμήμα που χωρίζει την ακρόπολη από την πόλη υπάρχουν ορθογώνιοι πύργοι. Το χτίσιμο τους περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες σειρές τούβλων και πετρωμάτων διακοσμημένες με χριστιανικά (σταυρούς) και αρχαιοελληνικά σύμβολα (απεικονίσεις του ήλιου, ρόμβους). Παρόμοιας τεχνοτροπίας είναι και τα βυζαντινά τείχη πο Η πρώτη οχύρωση της νεόκτιστης πόλης του Κασσάνδρου που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωσή της ξεκινά από τον 3ο αιώνα π.Χ. Η ρωμαϊκή κατάκτηση (167 π.Χ.) που έφερε τη ρωμαϊκή ειρήνη έκανε τα τείχη περιττά, οπότε περί τα μέσα του 1ου π.χ. αιώνα ήταν ήδη ερειπωμένα[2]
Τον 3ο αιώνα μ. Χ. χτίσθηκαν οχυρώσεις για την προστασία της πόλης από τους Γότθους με υλικά από προηγούμενα οικοδομήματα. Με τις οχυρώσεις αυτές αποκρούσθηκαν δύο γοτθικές επιθέσεις, το 254 και το 268. Το ρωμαϊκό τείχος ήταν μονό, πλάτους 1,65 μ., με τετράγωνους πύργους[2]. Ο κεντρικός δρόμος της πόλης (Λεωφόρος ή Μέση) εκτεινόταν από την Χρυσή Πύλη στα δυτικά (πλατεία Βαρδαρίου) ως την Κασσανδρεωτική Πύλη στα ανατολικά (βλ. και χάρτη). Το νότιο τείχος εκτεινόταν κατά τι νοτιότερα της σημερινής λεωφόρου Τσιμισκή.
Στις αρχές του 4ου αιώνα περνούν από τη Θεσσαλονίκη ο Γαλέριος και οΜέγας Κωνσταντίνος και ενισχύουν τα τείχη. Στο τέλος του 4ου αιώνα ανεγείρεται δεύτερο τείχος εξωτερικά του προηγουμένου με τριγωνικές προεξοχές. Το σήμερα ορατό τείχος χτίστηκε από το τέλος του 4ου ως τα μέσα του 5ου αιώνα[1], ενώ ένα επόμενο πρόγραμμα βελτίωσης υλοποιείται τον 7ο αιώνα επί Ηρακλείου προκειμένου να στηριχθεί η άμυνα της πόλης κατά τωνΑβάρων και των Σλάβων. Το 904 η πόλη καταλαμβάνεται από τους Σαρακηνούςμε επίθεση από την πλευρά της θάλασσας, γεγονός που προκαλεί την ενίσχυση των θαλασσίων τειχών μετά την αποχώρηση των Σαρακηνών.
Σχετικά με αυτούς που έχτισαν διάφορα σημεία του τείχους μας πληροφορούν επιγραφές που έχουν βρεθεί κατά καιρούς. Η πρώτη αναφέρει ότι τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσε τήνδε πόλιν ... χείρας έχων καθαράς. Για το ποιος μπορεί να ήταν ο Ορμίσδας αυτής της επιγραφής οι απόψεις διΐστανται. Σύμφωνα με μία άποψη ήταν (πιθανώς περσικής καταγωγής) αρχηγός αποσπάσματος που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη με τον αυτοκράτοραΘεοδόσιο Α' γύρω στο 380[3], ενώ κατ' άλλη άποψη ήταν έπαρχος πραιτωρίωνΙλλυρικού και έχτισε το τείχος περί το 442/3[4][5].
Μια άλλη επιγραφή με την αναφορά επί του αγιοτάτου αρχιεπισκόπου Ευσέβιου εγένετο ορισμός αυτού μας πληροφορεί πως έγινε προσθήκη στα τείχη επειδή ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευσέβιος (590-604)[6] τάχθηκε υπέρ της πρόσθετης οχύρωσης της πόλης κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Μαυρίκιου, όταν η πόλη πολιορκούνταν από τους Σλάβους.
Άλλη επιγραφή κοντά στα τείχη της Πλατείας Ελευθερίας μας ενημερώνει για τις εργασίες που έγιναν περί τις αρχές του 10ου αιώνα στα τείχη προς την πλευρά της θάλασσας. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι ανεκαινίσθη επί Λέοντος και Αλεξάνδρουτων αυταδέλφων και αυτοκρατόρων και φιλοχρίστων ημών βασιλέων και επί Νικολάου του οικουμενικού ημών πατριάρχου - ανεκαινίσθη επί Λέοντος βασιλικού πρωτοσπαθαρίου και στρατηγού Θεσσαλονίκης του Χατζιλάκη, και επί Ιωάννου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του εντοπίου. Ο εν λόγω στρατηγός Λέων Χατζιλάκης αναφέρεται από τον Ιωάννη Καμινιάτηστο Χρονικό της Αλώσεως της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς[7]. Είχε αποσταλεί από τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ' τον Σοφό για να οργανώσει την άμυνα της πόλης εν όψει της επιδρομής των Σαρακηνών. Ο Χατζιλάκης προτίμησε να ακυρώσει το προηγούμενο σχέδιο άμυνας του πρωτοσπαθάριου Πετρωνά για δημιουργία υποθαλάσσιου φράγματος μπροστά από τα θαλάσσια τείχη και να στρέψει τις προσπάθειες στην ενίσχυση των αδύναμων και μικρού ύψους θαλασσίων τειχών, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο έγκαιρα. Οι Σαρακηνοί μπήκαν στην πόλη την τρίτη μόλις ημέρα της πολιορκίας από την προβληματική πλευρά της θάλασσας. Στη συνέχεια έμειναν ένα δεκαήμερο για σφαγές και λεηλασίες κι έφυγαν με 22000 αιχμαλώτους.
Η πόλη αλώθηκε επίσης το 1185 από τους Νορμανδούς της Σικελίας. Το χρονικό των γεγονότων που οδήγησαν στην πολιορκία και άλωση γράφτηκε από τον αρχιεπίσκοπο Ευστάθιο.
Το 1308 πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη οι Καταλανοί μισθοφόροι χωρίς επιτυχία.
Μια επιγραφή υποδεικνύει ότι ένα τμήμα κοντά στην θάλασσα κοντά στο Λευκό Πύργο ξαναχτίστηκε το 1316: Ανεκτίσθη εκ βάθρων τοδε [] του τείχους δια συνδρομής και συνεργίας του πανσεβάστου λογοθέτου του στρατιωτικού του Υαλέου, κεφαλατικεύοντος εν τήδε πόλει Θεσσαλονίκη κατά τον χρόνον ιδ΄ ινδικτιώνος του στωκδ΄ έτους.
Το 1355 μ.Χ. η αυτοκράτειρα Άννα Παλαιολογίνα επιδιόρθωσε ένα μέρος των τειχών δημιουργώντας δύο πύλες. Στην μία εξ αυτών υπάρχει η εξής επιγραφή: Ανηγέρθη η παρούσα πύλη ορισμώ της κραταιάς και αγίας ημών κυρίας και Δεσποίνης κυράς Άννης της Παλαιολογίνης υπηρετήσαντος καστροφύλακος Ιωάννου Χαμαετού του κοιαίστορος τω στωξδ΄ έτει ινδικτιώνι θ΄. Η επιγραφή στην βόρεια πλευρά μας πληροφορεί ότι: Σθέν[ε]ι Μανουήλ του κρατίστου δεσπότου ήγειρε τον δε πύργον, αυτώ τειχίω Γεώργιος Δουξ Απόκαυκος εκ βάθρων. Σθένει Μανουήλ του Κρατίστου.
Το 1430 η πόλη αλώθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι επίσης συνέβαλαν στην συντήρηση και επέκταση των τειχών και έμειναν στη Θεσσαλονίκη ως το 1912.
Το 1874 κατεδαφίσθηκε το θαλάσσιο τείχος κι ένα μέρος του ανατολικού τείχους επειδή θεωρήθηκε ότι εμπόδιζαν την ανάπτυξη της πόλης.
Σήμερα τα Βυζαντινά Τείχη υπάγονται στην Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της Θεσσαλονίκης και αποτελούν Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς[8]. υ σώζονται στην Κωνσταντινούπολη.
ΛΕΥΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ
Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης είναι οχυρωματικό έργο οθωμανικής[1][2][3][4] κατασκευής του 15ου αιώνα (χτίστηκε πιθανόν μεταξύ 1450-70). Σήμερα θεωρείται χαρακτηριστικό μνημείο της Θεσσαλονίκης και είναι ό,τι έχει σωθεί από την κατεδαφισμένη οθωμανική οχύρωση της πόλης[5]. Η σημερινή μορφή του πύργου αντικατέστησε βυζαντινή οχύρωση[6] του 12ου αιώνα, για να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια ως κατάλυμα φρουράς Γενίτσαρων και ως φυλακή θανατοποινιτών. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο[7] και είναι ένα από τα πιο γνωστά κτίσματα-σύμβολα
καστρα
Το Φρούριο του Επταπυργίου, γνωστό και με την οθωμανική ονομασία Γεντί Κουλέ(Yedi Kule), βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο των τειχών της Θεσσαλονίκης, εντός της Ακρόπολης. Αποτελείται από δύο ενότητες: το βυζαντινό φρούριο, το οποίο συνθέτουν δέκα πύργοι με τα μεταξύ τους μεσοπύργια διαστήματα και τον περίδρομο, καθώς και τα νεότερα κτίσματα των φυλακών, που έχουν κτιστεί εντός κι εκτός του φρουρίου. Οι πύργοι της βόρεια πλευράς αποτελούν τμήματα του παλαιοχριστιανικού τείχους της Ακρόπολης, ενώ αυτοί της νότιας προστέθηκαν πιθανότατα κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, σχηματίζοντας τον κλειστό πυρήνα του φρουρίου.

Γύρω στο 1890 το μνημείο χρησιμοποιήθηκε ως ανδρικές, γυναικείες και στρατιωτικές φυλακές.
Κατά τη δεκαετία του 1890, το φρούριο μετατράπηκε σε φυλακή. Η ακριβής ημερομηνία δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα, αλλά η φυλακή αναφέρεται σε ένα χάρτη του 1899 της πόλης, παρέχοντας έτσι ένα terminus ante quem για την αλλαγή. Γι' αυτή τη μετατροπή συνεπάγεται η απομάκρυνση όλων των προηγούμενων κτιρίων στο εσωτερικό του κάστρου, από τα οποία κανένα ίχνος επιζεί σήμερα. Οι αλλαγές στις οχυρώσεις δεν ήταν σημαντικές, αν και ο πρωταρχικός τους ρόλος αντιστράφηκε: από την προστασία των κατοίκων από την εξωτερική απειλή, τώρα υπηρετούσε για την απομόνωση κρατουμένων από τον έξω κόσμο.
Η φυλακή διετέλεσε για καιρό τις κύριες εγκαταστάσεις σωφρονισμού της πόλης, όπου κρατούνταν φυλακισμένοι ανεξαρτήτως φύλου ή εγκλήματος. Νέα κτίρια χτίστηκαν κατά μήκος των δύο πλευρών των τειχών, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργικότητα του νέου σωφρονιστικού κέντρου. Η εσωτερική αυλή ήταν χωρισμένη από φράχτες σε πέντε ξεχωριστές μονάδες και στο κέντρο τους στεγάστηκε το κεντρικό παρατηρητήριο. Η φυλακή διέθετε εκκλησάκι και άλλα παραρτήματα, ενώ το παράρτημα που βρισκόταν βόρειο-ανατολικό πύργο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα εξωτερικά κτίρια, στη νότια πλευρά του κάστρου, στεγαζόταν η διοίκηση, η φυλακή των γυναικών, και προς τα δυτικά, τα κελιά απομόνωσης.
Η φυλακή διετέλεσε για καιρό τις κύριες εγκαταστάσεις σωφρονισμού της πόλης, όπου κρατούνταν φυλακισμένοι ανεξαρτήτως φύλου ή εγκλήματος. Νέα κτίρια χτίστηκαν κατά μήκος των δύο πλευρών των τειχών, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργικότητα του νέου σωφρονιστικού κέντρου. Η εσωτερική αυλή ήταν χωρισμένη από φράχτες σε πέντε ξεχωριστές μονάδες και στο κέντρο τους στεγάστηκε το κεντρικό παρατηρητήριο. Η φυλακή διέθετε εκκλησάκι και άλλα παραρτήματα, ενώ το παράρτημα που βρισκόταν βόρειο-ανατολικό πύργο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα εξωτερικά κτίρια, στη νότια πλευρά του κάστρου, στεγαζόταν η διοίκηση, η φυλακή των γυναικών, και προς τα δυτικά, τα κελιά απομόνωσης.
Το κέντρο αυτό είχε αποκτήσει κακή φήμη κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Μεταξά, της Κατοχής, και στη μεταπολεμική περίοδο από τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο μέχρι και τη Χούντα (καθεστώς των Συνταγματαρχών.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


